διαγώνισμα

διαγώνισμα
το , διαγώνισμός ο
1) соревнование, состязание; конкурс; 2) соперничество, конкуренция; 3) письменная контрольная работа; письменный экзамен

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "διαγώνισμα" в других словарях:

  • διαγώνισμα — το 1. ο διαγωνισμός 2. το γραπτό δοκίμιο διαγωνισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελλ. ξέν. όρου πρβλ. γαλλ. concours. Η λ. μαρτυρείται στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • διαγώνισμα — το 1. άμιλλα ανάμεσα σε πολλούς, διαγωνισμός. 2. γραπτή εξέταση των μαθητών: Τα επαναληπτικά διαγωνίσματα χρειάζονται πολύ διάβασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τεστ — το, Ν άκλ. (ξεν.) 1. είδος επιστημονικής δοκιμασίας για την εξακρίβωση τής πνευματικής ή και σωματικής ικανότητας ενός ατόμου 2. (γενικά) έλεγχος για επαλήθευση 3. πρόχειρο διαγώνισμα 4. (ψυχολ.) τυποποιημένη μέθοδος με την οποία εκμαιεύεται ένα… …   Dictionary of Greek

  • Ζωγράφος, Χρηστάκης — (Κεστοράτι Ηπείρου 1820 – Παρίσι 1896). Τραπεζίτης και εθνικός ευεργέτης. Σπούδασε στα Ιωάννινα και στην Κωνσταντινούπολη. Με τον Μιχαήλ Δήμου, ίδρυσε πολύ νωρίς τραπεζιτικό γραφείο, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή της Οθωμανικής… …   Dictionary of Greek

  • (ε)μπροστινός — ή, ό αυτός που βρίσκεται μπροστά μας, ο εμπρόσθιος: Αντέγραψα στο διαγώνισμα από τον μπροστινό μου στο θρανίο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαγωνισμός — ο το διαγώνισμα: Θα πάρει μέρος στο διαγωνισμό ομορφιάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κουλούρα — η 1. άρτος σε σχήμα δαχτυλιδιού. 2. κάθε στρογγυλό σχήμα. 3. μηδενικό, μηδέν: Δεν έγραψε ούτε λέξη στο διαγώνισμα και πήρε κουλούρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μηδέν — το ενός 1. κάτι που δεν υπάρχει, η ανυπαρξία, το τίποτα: Έγινε πλούσιος από το μηδέν. 2. αυτό που δεν έχει καμιά αξία: Έγινε πολύς θόρυβος για το μηδέν. 3. το αριθμητικό σύμβολο 0, το μηδενικό: Πήρε μηδέν στο διαγώνισμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»